Βασίλης Μαντικός, τα καμένα χαρτιά

cards-932406_640

Τα καμένα χαρτιά

Ανοίγω με δυσκολία τα μάτια. Στην άκρη του καναπέ, το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Αποκοιμήθηκα γερμένος στο αριστερό χέρι χωρίς να το καταλάβω, περιμένοντας να αρχίσει να ξημερώνει. Το δεξί μέσα στην τσέπη του παντελονιού, να νιώθω τα χαρτονομίσματα για ασφάλεια. Μουδιασμένο. Ξανακλείνω τα μάτια να αντλήσω κι άλλη δύναμη. Το δωμάτιο του ημιυπόγειου μισοσκότεινο. Από το μικρό φεγγίτη, το μοναδικό λιγοστό φως στον χώρο να σημαδεύει την έξοδο. Έσβησαν και τη λάμπα, όταν έφυγαν. «Χαμένοι», μονολογώ ανακουφισμένος. «Χαμένοι και στα χαρτιά και στους τρόπους», συνεχίζω χαμογελώντας για τη μεγάλη μου ανατροπή. Τους τα πήρα όλα στην τελευταία παρτίδα. Και χωρίς καμία μπλόφα. Ξεσπάω σε δυνατά γέλια. Θυμάμαι τα πρόσωπά τους όταν άνοιξα τα χαρτιά μου και εμφάνισα τους τελευταίους δύο βαλέδες του τραπεζιού. Παρατηρούσα στους μορφασμούς τους, την αγωνία για το ποιος θα μπορούσε να κρατάει έστω και έναν. Οι άλλοι δύο ήταν ήδη απλωμένοι στην τσόχα και αναζητούσαν ταίρι. Έτσι, τους φανέρωσα. «Εγώ κρατώ τα ταίρια τους», μουρμούρισα συγκρατώντας τα χείλη μου να μη σχηματίσουν το μεγάλο χαμόγελο της νίκης. Δεν ήθελα να φανερώσω τη χαρά που έκρυβα. Τους το χρωστούσα από την προηγούμενη φορά που με ταλαιπωρούσε η ίωση και τα χέρια ίδρωναν. Δεν μπορούσα να νιώσω τα χαρτιά. Ήξερα πως δεν έπρεπε να παίξω, αλλά με έτρωγε.
Με έτρωγε και το γεγονός ότι είχα αρκετό καιρό να κάνω έστω ένα μεροκάματο και είχα δυο μέρες να φάω ανθρώπινη μερίδα. Στη λαχαναγορά έχει μειωθεί το κουβάλημα. Οι άμαξες μετά την κακοκαιρία του πρόσφατου χειμώνα αδυνατούν να περάσουν τους χωματόδρομους. Με δυσκολία οι λίγο μεγαλύτερες προσεγγίζουν την πόλη. Αραιά, δυο τρεις την εβδομάδα και ποιος θα πρωτοπρολάβει να τις ξεφορτώσει. Μόνο τότε με φωνάζει το αφεντικό. Δεν μπορώ να κάνω και κάτι άλλο. Ούτε ξέρω τίποτα άλλο. Αμόρφωτος. Αλλά το κουβάλημα το ξέρω καλά. Εκπαιδεύτηκα αρκετά, όταν έφευγαν παιδιά σε ανάδοχες οικογένειες από το ορφανοτροφείο. Οι μεγαλύτεροι βοηθούσαμε να φορτώσουν το λιγοστό τους βιος στις φρεσκοβαμμένες άμαξες των πλουσίων. Πολλές φορές, όμως, μετάνιωνα αυτά τα φορτώματα, όταν αργότερα μαθαινόταν η τύχη τους. Υπηρετικό προσωπικό. «Ανάθεμά σας, θα σας κάψω», φώναζα απεγνωσμένα κάθε φορά που τα νέα γυρνούσαν ψιθυριστά από δωμάτιο σε δωμάτιο στο ορφανοτροφείο. Στοιβαγμένα κορμιά μικρών παιδιών, ταλαιπωρημένα από πατροπαράδοτες κακουχίες. Γονείς φτωχοί και ανήμποροι στην καλύτερη. Στη χειρότερη, είχε επέμβει η υποτυπώδης πρόνοια και παράτησε τα παιδιά αβοήθητα στο κατώφλι του ιδρύματος. Τα δωμάτια, θάλαμοι συγκέντρωσης πνιγμένων ονείρων. Ποτέ μου δεν κατάλαβα το γιατί. Αν το είχα καταλάβει, θα γνώριζα και για μένα. Δε θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί. Ούτε θέλω να ξέρω. Τα πρώτα μου βήματα τα έκανα από τη μία κουκέτα στην άλλη. Στο πρώτο μου κρυφτό κουλουριάστηκα πίσω από την παλιά αποθήκη, ακουμπισμένος στο συρματόπλεγμα του αυλόγυρου. Και τα χρόνια περνούσαν. Εκεί έμαθα και χαρτιά. Οι μεγαλύτεροι έπαιζαν τα βράδια με αυτοσχέδια φωτιστικά, όταν έσβηναν τα φώτα σε ολόκληρο το συγκρότημα. Τους παρατηρούσα κρυμμένος στην κουβέρτα μου. Ήταν το μόνο μου όνειρο, να μάθω. Όχι να παίζω, αλλά να κερδίζω. Πολύ αργότερα, κατάλαβα τη διαφορά και την αξία του παιχνιδιού με τον χειρότερο τρόπο.

Η λαχαναγορά είναι η μοναδική δουλειά που ταιριάζει στα ωράρια με το πάθος μου. Τελειώνω τις παρτίδες αξημέρωτα και κατευθείαν στην αγορά. Όταν έχει. Αν δεν έχει, βρίσκω κάπου να αποκοιμηθώ. Όπως απόψε. Κουνώ τα πόδια να ξεμουδιάσουν, όσο ελέγχω το δωμάτιο ξανά αν είμαι μόνος. Βγάζω τα χαρτονομίσματα από την τσέπη και τα μετρώ. Μου αρκούν για μία εβδομάδα περίπου. Έχω αφαιρέσει και τα απαραίτητα που μοιράζω στα φιλαράκια μου. Έτσι με φωνάζουν και δεν έχω λόγο να το αρνηθώ. Μετά από κάθε καλή νυχτιά περνάω από τα συνηθισμένα σοκάκια και δίνω μερικά από τα κέρδη μου σε τέσσερις όμοιούς μου. Επιλεκτικά τους ξεχώρισα. Δύο μικρά παιδιά, κοντά στα δέκα, για την καλή καρδιά που ακόμη κουβαλούν και δύο αδύναμα γεροντάκια. Με είχαν βοηθήσει τις πρώτες μου βραδιές μετά το ίδρυμα και αυτό δε θα το ξεχάσω μέχρι να πεθάνω. Τελειώνοντας το δεύτερο μέτρημα ακούγεται ένα μονό δίτροχο κάρο από έξω. Τα βήματα ενός αλόγου να το σέρνει με συχνές στάσεις. Είναι ο γαλατάς που περνά και πουλάει την πραμάτεια του. Δεν έχω ακούσει σε κανένα άλλο μέρος να το κάνουν αυτό. Και δε με ενδιαφέρει. Εγώ τον έχω σαν ρολόι. Όταν περνά, ξέρω πια πως ξημερώνει και είναι η ώρα μου να φεύγω.
Τινάζω το παντελόνι και τραβώ το μισοσκισμένο πουκάμισο να ισιώσει. Είναι ακόμη μούσκεμα από τα ατελείωτα σκουπίσματα των χεριών μου όσο έπαιζα. Ανοίγω την ξύλινη πόρτα και ανεβαίνω τα εφτά σκαλοπάτια να βγω στο δρόμο. Ο ήλιος δεν ξεχωρίζει ακόμη από τις σκέπες των απέναντι χαλασμάτων. Ανεβάζω τον γιακά του πουκαμίσου να μην κρυώσω. Αυταπάτες. Είμαι μούσκεμα και σίγουρα θα αρρωστήσω. Έχω μεν μία ολόκληρη εβδομάδα να αναρρώσω μέχρι να μου τελειώσουν τα χρήματα, αλλά δεν πρέπει να χάσω κανένα ξεφόρτωμα και φόρτωμα αυτές τις μέρες. Αν την πατήσω, θα χάσω τα μεροκάματα και δεν το θέλω. Δε θα με φωνάξει ξανά το αφεντικό, αν του αρνηθώ έστω και μία. Επιλέγω το δεξί στενό,όπου φυσάει λιγότερο. «Θα κατηφορίσω από αλλού για τα φιλαράκια», μονολογώ με το ένα χέρι βαθιά στην τσέπη και το άλλο να κρατά τον γιακά.
Περπατώ προσεχτικά. Οι κυράδες έχουν προλάβει να ρίξουν όλα τα απόνερα της βραδιάς χύμα στα στενά. Γέμισαν τα αυλάκια και οι τρύπες τους. Το χώμα ποτισμένο από κάθε λογής υγρά και αλκοόλ. Προσέχω να μη λασπώσω τα παπούτσια μου. «Ας μείνουν αυτά στεγνά», σκέφτομαι όσο προσπερνώ τις λίμνες της λασπουριάς. Τα κορδόνια τρεις και τέσσερις φορές κομμένα και δεμένα. Σακούλια τα λέω. Καμιά φορά απορώ πώς και με αφήνουν να τους κερδίζω με αυτή την παρουσία. Απορία μου μεγάλη, αλλά δε θα τους ρωτήσω ποτέ.

Δεν αργώ να φτάσω στο τελευταίο σταυροδρόμι. Στρίβω αριστερά στον κεντρικό χωμάτινο δρόμο της φτωχογειτονιάς. Τα δύο παιδιά έχουν ήδη ξυπνήσει. Ετοιμάζονται να ξεκινήσουν τη βόλτα τους στο κέντρο της πόλης, για να μαζέψουν λιγοστά ψιλά για το σημερινό φαγητό τους ζητιανεύοντας. Με βλέπουν από μακριά και τρέχουν. «Αυτά είναι για εσάς», τους λέω χαμογελαστά. «Σήμερα μπορείτε να παίξετε, δε χρειάζεται να τριγυρνάτε άσκοπα», συνεχίζω και αυτά μου απαντούν με ένα τεράστιο χαμόγελο. «Να πάρετε και καινούργια πανωφόρια, έρχεται δύσκολος χειμώνας, ακούτε;». Το χαμόγελό τους δε σταματά να με φωτίζει. Δε μιλούν πολύ. Κρατούν δυνάμεις για τα ατελείωτα χιλιόμετρα που κάνουν από σπίτι σε σπίτι, από μαγαζί σε μαγαζί, παρακαλώντας για τα ελάχιστα. Όχι όμως σήμερα. Σήμερα έχουν γιορτή. Τα χαϊδεύω στο κεφάλι αφήνοντας για λίγο τον γιακά και συνεχίζω να κατηφορίζω. Θα βρω τα δύο γεροντάκια και μετά θα πάω να φάω και εγώ κάτι.
Η γωνιά του άδεια. Το μουσκεμένο σκέπασμα ένα κουβάρι. Άφαντος. Κοντοστέκομαι να με δει, αν είναι κάπου εδώ γύρω κρυμμένος, αλλά τίποτα. «Κάπου θα ξεχάστηκε χθες βράδυ», μονολογώ και τραβώ τον δρόμο μου για τον δεύτερο. Δεν είναι πολύ μακριά, μερικά μέτρα απόσταση. Τον βρίσκω κουλουριασμένο και καθιστό με την πλάτη σε ένα παλιό καφάσι. Μαζεμένα τα γόνατα και το ψάθινο καπέλο του να κρύβει το μισό πρόσωπο. Τον καλημερίζω πριν φτάσω κοντά του. Πάντα τον καλημερίζω. Είναι η πατρική φιγούρα που έχω σφηνωμένη στο μυαλό μου. Με είχε μαζέψει την πρώτη βραδιά μετά τη μεγάλη φωτιά στο ορφανοτροφείο. Ο μάγειρας είχε ξεχάσει το πορτάκι της φωτιάς του φούρνου ανοιχτό – έτσι μάθαμε μετά – και ολόκληρο το συγκρότημα τυλίχτηκε στις φλόγες. Εκείνο το βράδυ χάσαμε δυο παιδιά. Είχαν κατέβει κρυφά στην τραπεζαρία να τσιμπήσουν τα αποφάγια του βραδινού και δεν τα αναζήτησε κανείς. Στο μέτρημα, αργότερα, βγήκαμε λιγότεροι. Λιγότεροι και για τα καλά άστεγοι.
Από εκείνο το καυτό βράδυ κουβαλώ και τα σημάδια στα χέρια μου. Μισοκαμένα από την πάνω πλευρά και οι παλάμες σχεδόν λείες. Αυτό είναι το μυστικό μου. Τα ακροδάχτυλα λεία και μπορώ να νιώθω τα ανάγλυφα των χαρτιών της τράπουλας. Αρκεί να μην είναι πολύ ιδρωμένα, είτε από αγωνία είτε από αρρώστια. Έτσι καταφέρνω και τους κερδίζω. Δεν το ξέρει κανείς. Κανείς μα κανείς. Αυτό το μυστικό το προφυλάσσω και από τη λαχαναγορά. Τυλίγω με πανιά για να προστατεύσω τα καμένα μου χέρια. Δεν ξέρω αν υπάρχει Θεός, αλλά αν υπάρχει αυτό είναι σίγουρα δώρο του.

Σηκώνει το βλέμμα του και με καλημερίζει. Δεν απλώνει ποτέ το χέρι του. Πάντα σκύβω και χώνω στην τσέπη του τα χαρτονομίσματα, όσα είναι. Αμέτρητα και διπλωμένα. «Το άλλο μου φιλαράκι πού είναι;», τον ρωτώ, όσο ανασηκώνομαι. «Δεν τα κατάφερε τελικά. Έβηχε βράδια τώρα και το πρωί χθες τον μάζεψαν», αποκρίθηκε σφίγγοντας τα γόνατά του, περισσότερο φοβούμενος τη σειρά του. Αδυνατώ να βγάλω λέξη. «Τότε τα δικά του δικά σου», καταφέρνω να ξεστομίσω και ξανασκύβω να του δώσω και τα υπόλοιπα. «Δεν είναι δικά μου, αυτά είναι δικά σας», ψελλίζω. Δεν αντιστέκεται, ούτε χαμογελά. Έχασε την παρέα του. «Σε αφήνω τώρα στην ησυχία σου», μουρμουράω με φωνή που ίσα ίσα βγαίνει από τα χείλη μου.
Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι ακούγοντας τα νέα. Ποια νέα; Κάθε μέρα μας μαζεύουν από τα στενά. Πεινασμένους και παγωμένους. Κατάντια να φεύγουμε πεινασμένοι. Δε θέλω να καταλήξω έτσι. Αλλά αυτή είναι η μοίρα μου. Καμένος από τη ζωή, κερδισμένος στα χαρτιά. Μα χαμένος. Ο μεγάλος χαμένος. Έτσι θα φύγω.

Με αργές κινήσεις στέκομαι πάλι στα πόδια μου. Δε με κρατούν. Το βάρος του πεινασμένου κορμιού μου ολοένα και πιο δυσβάσταχτο. Η πείνα και τα νέα είν΄ άτιμος συνδυασμός. Μ΄ ένα νεύμα του κεφαλιού τον αφήνω πίσω μου και οδεύω στο παλιό μανάβικο. Όσες χάρες μου χρωστά που του κουβαλώ τα καφάσια από την αγορά, άλλες τόσες του χρωστώ για το ένα πιάτο φαγητό που μου δίνει, όποτε θυμάμαι να φάω. Εκεί, ανάμεσα στο εμπόρευμά του και τα ζουμιά των μισοσαπισμένων φρούτων και λαχανικών, βρίσκω φυλλάδες παλιών εφημερίδων. Αναζητώ πάντοτε τις τελευταίες σελίδες, τις αναφορές για τα ανώνυμα ευρήματα σκόρπιων κορμιών της πόλης. Τις ξεχωρίζω από το μεγάλο άλφα, το πρώτο γράμμα στο Ανώνυμος κάτω από τις κακοτυπωμένες φωτογραφίες. Όταν εντοπίσω κάποια γνωστή φυσιογνωμία, ρωτώ τον μανάβη για επιβεβαίωση. «Ναι, ανώνυμος γράφει», μου απαντά νευριασμένος. Έχει κουραστεί και αυτός να αναζητώ τα παιδιά από το ορφανοτροφείο. Στις αρχές με ρωτούσε συχνά τον λόγο που το κάνω. «Αν μπορώ, θέλω να έχουν τουλάχιστον μία σωστή κηδεία. Να βάλω εγώ τα χρήματα. Δε μου αρέσουν οι αδειανές πέτρες που στήνονται στους τάφους των ανωνύμων», του απάντησα την τελευταία φορά. Δε με ξαναρώτησε. Μα ούτε ποτέ θα του εκμυστηρευόμουν τον πραγματικό λόγο. Την αληθινή αιτία την ξέρουν τα αστέρια και ο ουρανός. Στρέφομαι ψηλά τα άγρυπνα βράδια πριν την κάθε παρτίδα και ζητώ συγχώρεση. Ζητώ εξιλέωση.
Προσπαθώ να απαλλαγώ από το βάρος των δύο μικρών παιδιών που χάσαμε εκείνο το βράδυ. Το φταίξιμο ήταν ολόκληρο δικό μου και αυτό το κουβαλώ ακόμη. Ο μάγειρας ήταν και νυχτερινός φύλακας. Στην προσπάθειά μου να επιβάλω, ως λίγο μεγαλύτερος, την ησυχία στην πτέρυγα των θαλάμων, ακούστηκα. Τότε ήταν που τα παράτησε όλα στο μαγειρείο και έτρεξε να επιβάλει τους δικούς του νόμους, ξεχνώντας το πορτάκι ανοιχτό. Έτσι έγιναν όλα. Έτσι χάσαμε εκείνες τις δυο ψυχές. Και φταίω εγώ, μόνο εγώ.

«Έλα, καλημέρα», ακούγεται μια βραχνή φωνή. Απορροφημένος δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα είχα φτάσει στο μανάβικο. «Άργησες σήμερα και σου έχω και φρέσκια φυλλάδα. Έλα, σου εντόπισα και δύο ανώνυμους. Να, κοίτα». Αποκαμωμένος από τον λιγοστό ύπνο, ξεχνώ την πείνα και αρπάζω τα δυο τρία φύλλα της εφημερίδας. Δεν μπορώ να ξεστομίσω λέξη. Η δεύτερη φυσιογνωμία γνωστή. Πολύ γνωστή. Τα μάτια κλειστά, σχεδόν όπως τον βρήκαν σε κάποιο στενό, αλλά στο κούτελο ένα παλιό γνώριμό μου σημάδι. Μία ουλή στον αριστερό κρόταφο. Ένα κάψιμο.
Σκίζω προσεχτικά το κομμάτι του φύλλου. Το χώνω στην τσέπη με τα χαρτονομίσματα και αποχωρώ βιαστικά. «Κράτα μου το πιάτο με το φαγητό. Μην το ρίξεις στα ζωντανά», αναφωνώ όσο απομακρύνομαι. Κατευθύνομαι σχεδόν τρέχοντας στο νεκροτομείο. Είναι ένας υπόγειος χώρος στο δημαρχείο. Στο ισόγειο μάς καταγράφουν οι γραμματείς όταν γεννιόμαστε και βλέπουμε το φως του ήλιου. Και από κάτω, στα έγκατα της γης, όταν φεύγουμε. Κάνουμε τον κύκλο μας και επιστρέφουμε.
Ευτυχώς δεν είναι πολύ μακριά. Όσο αυξάνω τα τρέξιμό μου παύουν να μ΄ ενδιαφέρουν οι λάσπες. Πατώ όπου βρίσκω και ας βραχώ. «Τον βρήκα. Μάλλον τον βρήκα», ψιθυρίζω ξανά και ξανά. Τελειώνει το δεύτερο σοκάκι. Ένα ακόμη, ένα και φτάνω.
Και όλα χάνονται. Ένα δυνατό τράνταγμα με ρίχνει στο χώμα. Ξαπλωμένος ανάσκελα νιώθω πλέον τα νερά να ποτίζουν τα ρούχα μου. Αδυνατώ να κουνήσω τα πόδια. Ούτε στα χέρια έχω δύναμη πια. Καμία. Σκοτεινιάζει ο ουρανός κι ένα γνωστό πρόσωπο εμφανίζεται από πάνω μου δείχνοντας έναν σουγιά. «Αυτό γιατί στο χρωστούσα από χθες». Προσπαθώ ν΄ απαντήσω, αλλά το στόμα πλημμυρισμένο. Ένας δυνατός πόνος, ακαταλαβίστικος, στο στομάχι. Ανοιγοκλείνω τα μάτια με δυσκολία. Σε κάθε κλείσιμο και μια καρικατούρα δική μου. Στην πρώτη να παίζω ανέμελα, στη δεύτερη να τρέχω. Στην τρίτη το ορφανοτροφείο, ο φύλακας, η φωτιά. «Σε βρήκα», προσπαθώ απεγνωσμένα να φωνάξω. «Σε βρήκα, περίμενέ με. Μαζί θα φύγουμε, περίμενέ με».

_

* Στα πλαίσια του 31ου Διαγωνισμού Λογοτεχνίας του Πολιτιστικού Αθλητικού Οργανισμού Δήμου Αγίου Νικολάου Κρήτης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s