«Το άσπρο μαύρο» – Νίκος Φάκος (διήγημα).

Περιχαρής για την μοναξιά μου άνοιξα το μπουκάλι με την βότκα. Κατέβασα δυο γρήγορες τζούρες για την έναρξη πριν γεμίσω το ποτήρι μου. Κατάλαβα το άρωμα του οινοπνεύματος στα πνευμόνια μου τα οποία είχαν γεμίσει ασφυκτικά με καπνό, στην ατελείωτη μάχη να μην ανοίξω αυτό το μπουκάλι. Μα δεν τα κατάφερα. Ζήτησα από τον εαυτό μου μια δεύτερη ευκαιρία σε επανάληψη, όπως έκανα και δυο μέρες πριν. Το επιστέγασμα της δικαιολογίας που είχα κατά νου, αυτής της ρημάδας δικαιολογίας που με ταλαιπωρεί και ξεγελάω τον εαυτό μου, είναι ότι πάντα πίνω από το ίδιο ποτήρι, χωρίς να το πλένω, για να θυμίζω στον εαυτό μου την δυσωδία του συκωτιού μου, αν κάποιος το ανοίξει. Το ίδιο βρωμάει και το ποτήρι.Πόσο μου αρέσει να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου!, σκέφτηκα.

Στο δεύτερο γέμισμα σκεφτόμουν ήδη την δουλειά. Ο μεγάλος αφέντης σήμερα με απείλησε ότι μετράω τις τελευταίες μέρες στην εταιρεία. Άραγε να φταίει που δεν φοράω γραβάτα, όπως κάνουν όλοι; Αφού η εταιρεία δεν έχει dresscode, δεν μου έχει ανακοινωθεί από κανέναν ότι πρέπει να φοράω γραβάτα! Τί πρέπει να κάνω για να κρατήσω τα ψίχουλα που με ταΐζουν μακαρονάδα και ρύζι; Φοβάμαι ότι αν με απολύσουν θα χάσω την δυνατότητα να γεμίζω το στομάχι μου με ζυμαρικά και άλλα φτηνά εδέσματα. Τόσο φτηνά, όσο αντέχει η τσέπη μου να πληρώνω τα ζυμαρικά, την βότκα, το ενοίκιο, το φως και τα εισητήρια για την δουλειά.

Ήρθε το τρίτο γέμισμα και με βρήκε να βαστάω το κεφάλι μου πάνω στο τραπέζι με δυσκολία. Δυνάμωσα την τηλεόραση να μου «κρατάει παρέα». Πάλι στο δελτίο των οχτώμιση είχα βρεθεί να κατεβάζω τον κελαρυστό χυμό της μέθης.  Ο παρουσιαστής των ειδήσεων φαινόταν να το διασκεδάζει καθώς ανήγγειλε την οικονομική κατάστασης της χώρας με έναν βαρύνων τόνο που θύμιζε κηδεία, ενώ σε ένα ατυχές πλάνο του σκηνοθέτη, προφανώς, πιάστηκε να φτιάχνει την φράτζα του και μια κοπέλα να πουδράρει τα ροζουλά ζυγωματικά του. Χαμογέλασε αμήχανα και συνέχισε την ροή των ειδήσεων. Τα νέα είχαν τέτοια απόχρωση που στο τέλος του δελτίου, είχαν ειδικό σποτάκι με το «ευχάριστο νέο της ημέρας». Ίσως αυτό δεν πουλάει, ενώ η αναγγελία μιας ευχάριστης είδησης να είναι η κοινωνική προσφορά του καναλιού. Πουλάει ο πόνος, η χροιά της οδύνης και του σπαραγμού, η βία, ο θάνατος, η σαπίλα. Ο άνθρωπος (στις μέρες μας;) ικανοποιείται ίσως να ακούει τον συνάνθρωπο να πνεέι τα λοίσθια και να διαπιστώνει ότι δεν είναι ο ίδιος παθών, ακόμα. Το τρίτο γέμισμα λοιπόν, μάλλον με ζάλισε, κάνοντάς με να βασανίζω το, γεμάτο αλκοόλ, μυαλό μου με φιλοσοφικές αναζητήσεις. Έψαχνα μέσα στα μύχια μου να βρω το πως θα συνεχίσω και αυτό το βράδυ, να κάνω κάτι άλλο που θα με απομάκραινε από την μονότονη καθημερινότητα, από τα επαναλαμβανόμενα τερτίπια της ψυχοσύνθεσής μου, αυτής της καταραμένης ψυχοσύνθεσης που μόνο μια νότα ξέρει να παίζει στο, ίσως,  εύηχο όργανο που λέγεται ζωή.

Ξαναγέμισα το ποτήρι και έκλεισα την τηλεόραση. Το βλέμμα μου στάθηκε να κοιτάει το ευθυτενές ποτήρι που έστεκε απαστράπτον μπροστά μου, γεμάτο με το άχρωμο διαφανές υγρό μέσα του. Χλώμιασα όταν διαπίστωσα ότι ο ήχος της πόλης βουβαίνει το στόμα μου. Η σειρήνα κάποιου ασθενοφόρου με έκανε να κοιτάω το ποτήρι και να προσπαθώ να φανταστώ το ταβάνι του, αν εγώ ήμουν ο ασθενής που μεταφερόταν εσπευμένα στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Τί θα έβλεπα; Αναρωτιώμουν αν θα άκουγα τον παλμογράφο να μου θυμίζει ότι είμαι ακόμη ζωντανός. Που θα πονούσα; Άραγε θα γνώριζα τί με περιμένει στο νοσοκομείο; Ή θα ήμουν στον ονειρικό κόσμο της Αλίκης αφήνοντας τους άλλους να κάνουν τα πάντα για να με επαναφέρουν στην γκρίζα πραγματικότητα της πόλης που μόνο εκείνη γνωρίζει τον τρόπο και τον χρόνο ώστε να μου προσφέρει τα απαραίτητα να ζω; Οι σκέψεις μου είχαν εμπλακεί σε αέναους παραλληλισμούς και οι απορίες, μέσα στον ταλαιπωρημένο εγκέφαλό μου, πολλαπλασιάζονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Έπιασα το χέρι μου να ρίχνει μεγάλες ποσότητες υγρού από το ποτήρι στο στόμα μου και να συνεχίζω τις δήθεν εποικοδομητικές μου σκέψεις.

Πήρα ένα κομμάτι χαρτί μπροστά μου, από αυτό που έγραφα τα έσοδα έξοδα για να βγάλω τον μήνα και αποτύπωσα με όσο το δυνατόν κυρτά γράμματα την λέξη ΖΩΗ. Κάθησα με τα χέρια ελεύθερα να ακουμπούν τα γόνατά μου και συλλογίστηκα για τόσο χρόνο όσο χρειαζόταν να ξεκινήσω τις αλληλουχίες των σκέψεών μου. Τί είναι ζωή; Για να υπάρχει ζωή πρέπει να αναπνέουμε. Το τσιγάρο μου είχε σβήσει από ώρα. Την ζωή την βλέπουμε με τις κόγχες των ματιών μας, να περνάει από δίπλα μας και εμείς να μην την αρπάζουμε. Μπούρδες!! Πόσο πάει για να ζήσεις;Πόσα θέλουμε; Για να ζήσουμε πρέπει να φάμε. Πόσο κοστίζει το φαγητό; Μπορούμε να κάνουμε όμορφα πράγματα στην ζωή μας, όπως να ακούμε για παράδειγμα μουσική. Η μουσική γαληνεύει και εξυψώνει. Είναι η ίδια η ζωή αποτυπωμένη σε κύμματα, μόρια στοιχείων που συγκρούονται μεταξύ τους και που βρίσκουν αντίκρυσμα στα κύτταρα του εγγεφάλου μας που είναι υπεύθυνα για την ακοή. Η σωστή σειρά από τα κύμματα αυτά, το μήκος τους για την ακρίβεια, είναι υπεύθυνο γιατο  αν κάτι είναι εύηχο ή το αντίθετο. Αναρωτήθηκα αν το στερεοφωνικό που είχα στο πατάρι δούλευε ακόμα και την σκέψη μου στοίχιωσε την τιμή που το είχα πάρει από το πολυκατάστημα. Με δόσεις. Συνέχισα όμως τους συλλογισμούς μου. Ζωή σημαίνει να δημιουργείς. Εγώ δεν ήμουν ζωγράφος, μουσικός, συνθέτης, γλύπτης, ποιητής, συγγραφέας, διανοούμενος, επιστήμονας ή κάτι τέτοιο. Ένας απλός καταχωρητής σε βάση δεδομένων ήμουν που καταχωρούσε στοιχεία σε μια πολυεθνική. Πως λοιπόν θα δημιουργούσα; Ή τι;

Έπιασα τον εαυτό μου να γεμίζει το πέμπτο ποτήρι και να το κατεβάζει απνευστί. Συνέχισα την σκέψη που τόσο μου άρεσε και κατέληξα ότι δεν είχα κανένα λόγο να ζω. Γιατί δεν ήμουν δημιουργός, δεν ήμουν μουσικός, συνθέτης,γλύπτης, ποιητής, δεν είχα λεφτά για να φάω σνίτσελ σωτέ με μύδια και χαβιάρι, να πάω στην συμφωνική της Νέας Υόρκης και να ενισχύσω την μουσική μου παιδεία, να γράψω ένα μυθιστόρημα που να τύχει δόξας και τιμών, να πάω μια βόλτα στην φύση για να γίνω ένα με αυτήν, δεν ήμουν αυτός που θα τύγχανε της εύνοιας της τύχης. Για λίγο φοβήθηκα, τρομοκρατήθηκα όταν έδωσα στον εαυτό μου να καταλάβει ότι ήμουν ένας υποψήφιος αυτόχειρας. Ίσως αυτός να ήταν ο σκοπός μου, να γεννήθηκα για να κάνω αυτό και μόνο, να ήμουν μόνο σε αυτό καλός, ικανός να το κάνει με τον τέλειο τρόπο.

Πέταξα το ποτήρι στον τοίχο και τα κομμάτια του σκόρπισαν σαν κρυστάλλινη βροχή στο πάτωμα με τον ήχο από τα γυαλιά να διεκδικεί μια θέση στην μονοτονία του δωματίου. Έπιασα με τα δυο μου χέρια το μπουκάλι και ξεκίνησα να κατεβάζω γενναίες γουλιές από βότκα χωρίς διαλείμματα. Ο λάρυγγάς μου καιγόταν, αλλά δεν σταματούσα, το ποτό σιγόκαιγε τα πνευμόνια μου με τις κυψέλες τους να πασχίζουν να κρατήσουν τους τελευταίους θύλακες οξυγόνου μέσα τους. Όσο άδειαζα το μπουκάλι σκεφτόμουν ότι ήμουν ένας δειλός, ένας κακομαθημένος που δεν του αξίζει τίποτα, «ένα τίποτα με μπόλικο καθόλου» όπως λέγαμε πιτσιρικάδες, ίσως ήμουν ένας εγωιστής, που δικαίωμα στην ζωή είχα μόνο εγώ, ένα κακομαθημένο κωλόπαιδο που του χρειαζόταν ένα χεράκι ξύλο για να στρώσει χαρακτήρα. Μα όχι, ένας δειλός ήμουν, που δεν ήξερε να παλεύει, ίσως που έφτασε στο τέλος των προσπαθειών του για αυτήν την ζωή που χρεώθηκα και που δεν είχα κουράγιο ή ,το λιγότερο, όρεξη να δοκιμάσω. Συνέχισα να αδειάζω το μπουκάλι αδιαφορώντας αν ήθελα να αναπνεύσω και αν ο οργανισμός μου είχε βαρέσει κόκκινο , ενώ σκεφτόμουν ότι αυτό που έκανα εκείνο το βράδυ ήταν πράξη αυτοκτονίας. Δεν σταμάτησα όμως και έπιασα το σώμα μου να τεντώνεται στην καρέκλα και το κεφάλι μου να γυρίζει κατά τέτοιο τρόπο ώστε το μπουκάλι να είναι παράλληλο με τον οισοφάγο μου για να βρει το οινοπνευματώδες υγρό τον δρόμο του μέσα μου.

Στις τελευταίες γουλιές αιστάνθηκα την καρέκλα μου να τραβιέται προς τα πίσω σαν να ήταν κάποιος εκεί και να την τραβούσε. Το χέρι μου όμως δεν άφηνε το μπουκάλι, πριν τελειώσει το αυτοκαταστροφικό του έργο και τα αντανακλαστικά μου δεν λειτούργησαν εφόσον τα πόδια μου είχαν ήδη μουδιάσει από το ποτό. Τα μπροστινα πόδια της καρέκλας άφησαν το στέρεο έδαφος και το σώμα μου βρισκόταν για λίγες στιγμές μετέωρο, να ακουμπάει πάνω στην καρέκλα, η οποία με την σειρά της είχε χαράξει τον δρόμο της για το πάτωμα. Εγώ όμως επέμενα ότι έπρεπε πριν βρεθώ ανάσκελα στο έδαφος, έχοντας πετύχει τον στόχο μου , δηλαδή να αδειάσω την βότκα στο στομάχι μου και να την αφήσω να κάνει την δουλειά που μόνο εκείνη ξέρει. Οι τελευταίες εικόνες που είδα, πριν κλείσω τα μάτια μου, είναι την λάμπα του δωματίου να γυρίζει προς τα κάτω και την τηλεόραση να περιμένει πότε θα την ανάψω για να ακούσω άλλη μια είδηση της ημέρας που πέρασε.

Και εγένετο φως! Στην κυριολεξία. Μόνο φως. Άγχρωμο φως. Από αυτό που δεν περιγράφεται, ή που για να το πω πιο σωστά, δεν μπορώ εγώ να περιγράψω! Κοίταξα τα πόδια μου και τινάχτηκα σαν να προσπαθούσα να προσδιορίσω την βάση για την θέση μου στο χώρο. Μα πουθενά δεν υπήρχε πάτωμα, δεν φυσούσε αέρας, δεν υπήρχε ορίζοντας, δεν φαινόταν κάτι για να προσπαθήσω να πιαστώ, επομένως εξ’ ορισμού δεν πετούσα. Κοίταξα τα χέρια μου και αναγνώρισα τις γνώριμες φλέβες στα ακροδάχτυλά μου, βεβαιώνοντας το θεμελιώδες και ζωτικής σημασίας ότι ήμουν ακόμα εγώ, ότι υπήρχα ή ότι ακόμα ζούσα. Παρατήρησα ότι έχω μνήμη και ότι δεν ήμουν ζαλισμένος , ούτε ο λαιμός μου με έκαιγε, δεν αισθανόμουν στεναχώρια, πίκρα για τα βάσανα που ταλάνιζαν την σκέψη μου ή αγωνία για το αύριο γιατί δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω. Είχε πατηθεί reset, μια νέα κοσμογονία που η απουσία της ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή. Αναλογίστηκα για λίγο τις τελευταίες σκέψεις που έκανα πίνοντας λίγη ώρα πριν. Πόση ώρα πριν; Διαπίστωσα την αμφιβολία που είχε γεννηθεί μέσα μου αν στην διάσταση που βρισκόμουν υπήρχε ο Χρόνος. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια να ορίσω κάτι με τις αισθήσεις μου, έναν ήχο, μια εικόνα, να αγγίξω κάτι, μια γλυκόξινη γεύση ή έστω την μυρωδιά του ποτού , που, όπως αποδείχτηκε, τόσο αγαπούσα. Μάταια όμως, βρισκόμουν στο πουθενά και στο τίποτα.

Σαν να παρακολουθούσε κάποιος τις σκέψεις μου, άκουσα βήματα από πίσω μου και μια μεστή, βραχνή και αργόσυρτη φωνή ψιθύρισε το όνομά μου. Μα δεν υπήρχε κάπου να στηριχτώ ώστε να γυρίσω, ούτε έδαφος να πατήσω ώστε να μετακινήσω το σώμα μου. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να δω αυτόν που με πλησίασε μόνο αν το ήθελε ο ίδιος και προσπέρασα αυτά που είπε στην αρχή με τούτες τις πρωτοφανείς σκέψεις τις οποίες δεν πίστευα ποτέ ότι θα έκανα.

Η φωνή συνέχισε να μιλάει:

«Γιατί δεν με ακούς;»

«Ποιός είσαι;»

«Σημασία δεν έχει ποιός είμαι εγώ. Σημασία έχει ποιος είσαι εσύ! Μπορείς να ορίσεις ποιός είσαι εσύ; Ή τί είσαι;», με ρώτησε μειλίχια.

Για λίγο, άφοβα, σκέφτηκα την ερώτησή του και προσπάθησα να βασιστώ σε έννοιες και ορισμούς ξεκινώντας από τα βασικά, λέγοντάς του το όνομά μου. Απαιτούσα όμως να μάθω που βρισκόμουν και κατέληξα με την ερώτηση που βασάνιζε τις τελευταίες στιγμές το μυαλό μου.

«Πέθανα;», τον ρώτησα σαν να έχω βιώσει το ορόσημο του κάθε ζωντανού οργανισμού.

«Όχι αγαπητέ μου, δεν πέθανες ακόμα, όμως είμαι εδώ για να κάνω τις επιθυμίες σου πραγματικότητα. Παρακολούθησα με ενδιαφέρον τις σκέψεις σου και αποφάσισα να πραματοποιήσω τις επιθυμίες σου, κάτι που δεν συνιθίζω να κάνω, όχι για να σου αποδείξω την ύπαρξη από κάποιον ή κάτι ανώτερό σου, μια και δεν έχεις την ικανότητα να με ορίσεις, άλλα για να σου δώσω να καταλάβεις ότι είσαι άνθρωπος και σαν άνθρωπος έχεις την ικανότητα…» μου είπε τονίζοντας την λέξη «ικανότητα» ,«… να πραγματοποιείς αυτά που θέλεις».

Εμφυτεύτηκε μέσα μου η αμφιβολία για αυτά που άκουγα καθώς δεν πίστευα λέξη από όσα μου είπε και μια δόση ειρωνίας για όσα άκουγα με οδήγησε στην σκέψη ότι ονειρευόμουν.

«Ίσως να είναι και όνειρο, ίσως να είναι μια πραγματικότητα, ίσως να είσαι στο «τίποτα με μπόλικο καθόλου»…» μου είπε στον ίδιο ειρωνικό τόνο που άκουγα τις σκέψεις μου μέσα μου από την φωνή της συνείδησής μου.

«Ξεκινάμε;», με ρώτησε φανερώνοντας ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον εαυτό μου. Εκεί διαπίστωσα ότι περίμενε την απάντησή μου, επομένως ο χρόνος υπήρχε, ή ξεκίνησε να ορίζεται από εκείνη την στιγμή, σαν μια γέννηση του σύμπαντος για την υπόστασή μου, για τον κόσμο όπως τον είχα γνωρίσει μέχρι εκείνη την μέρα.

Δεν απάντησα αμέσως, σαν να ήθελα να βασανίσω αυτόν που βρισκόταν πίσω μου και προσπαθούσε εναγωνίως να με φοβίσει, επομένως σκέφτηκα να τον αφήσω να περιμένει, για να δω πως θα αντιδράσει.

«Εφόσον επιλέγεις να με αφήσεις να περιμένω, κάτι που δηλώνει ευθαρσώς ότι εναντιώνεσαι σε μένα, στην δυνατότητα που σου δίνεται να γίνεις και να κάνεις ότι θέλεις με την ζωή σου, σημαίνει ότι είσαι έτοιμος! Ξεκινάμε λοιπόν και καλή τύχη!» μου είπε με αδημονία.

Πριν αλλάξει πάλι το μακάβριο σκηνικό στο οποίο ήμουν μέρος διαπίστωσα ότι η τελευταία λέξη που άκουσα από το στόμα του ήταν η «τύχη», για την οποία σκεφτόμουν πιο πριν ότι δεν είχα την εύνοιά της. Αιστάνθηκα. Και αιστάνθηκα την βίαια κατάσταση ενός πόνου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, πιθανόν από την πτώση που είχα με την καρέκλα. Αισθανόμουν το κεφάλι μου να γυρίζει, πριν ακόμη ανοίξω τα μάτια μου , τα οποία παρέμεναν κλειστά αυτοβούλως. Η σειρήνα διαπερνούσε τα τύμπανά μου και ο πόνος μου γινόταν δυσβάσταχτος. Μαζί με την σειρήνα ακουγόταν χαμηλόφωνη κλασσική μουσική από τα δεξιά μου και αιστάνθηκα το βάρος ενός χεριού στον ώμο μου να με σκουντάει ελαφρά. Σκέφτηκα ότι προσανατόλισα την κατέυθυνση από το σκούντηγμα στα δεξιά μου, επομένως η ισορροπία μου, η θέση μου στο χώρο λειτουργούσε, κάτι ενθαρρυντικό. Με πολύ προσπάθεια άνοιξα τα μάτια μου και συγκεντρώθηκα στο ταβάνι του ασθενοφόρου ακούγοντας τον παλμογράφο, τον οποίο σκεφτόμουν εκείνο το βράδυ για το ασθενοφόρο που περνούσε έξω από το σπίτι μου. Αντίκρυσα το καθησυχαστικό βλέμμα του τραυματιοφορέα να μου χαμογελάει έχοντας στα αυτιά του τα ακουστικά απ’ όπου ακουγόταν η μουσική. Μου χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι.

Την επόμενη φορά που άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν στην είσοδο από τα «επείγοντα περιστατικά» του νοσοκομείου να συναντάω τα βλέμματα των γιατρών και των συγγενών που περίμεναν στον χώρο υποδοχής. Άκουσα κάποιους από αυτούς να ψυθιρίζουν ότι ήμουν ένας μέθυσος που χτύπησε στο κεφάλι από μια πτώση που είχα στο σπίτι μου.

Η τελευταία φορά που άνοιξα τα μάτια μου καταφέρνοντας να τα κρατήσω ανοιχτά και που βρισκόμουν στο δωμάτιο με κάποιους άλλους ασθενείς ήταν όταν άκουσα από την τηλεόραση του δωματίου την «ευχάριστη είδηση της ημέρας» με το γνώριμο πια τηλεοπτικό εισαγωγικό σποτ.

«…ο ιδιωτικός υπάλληλος που είχε εξαφανιστεί μια βδομάδα βρέθηκε στο σπίτι του ζωντανός, ο οποίος επέζησε από μια άσχημη πτώση και μια βαριά διάσειση. Ο τραυματίας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο έχοντας διαφύγει τον κίνδυνο παρόλο που όπως φάνηκε είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ…»

Μια φευγαλέα στιγμή είδα τον παρουσιαστή της είδησής μου για την διάσωση να μου κλείνει το μάτι. Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά μου αφού έφερα στην μνήμη μου την εμπειρία που είχα με τον τύπο που ακουγόταν από πίσω μου στο πουθενά.

Εκείνη την στιγμή μπήκε ο γιατρός και σκέφτηκα ότι θα αρχίζε τις ερωτήσεις για να με ελέγξει για την κατάσταση της μνήμης μου, κάτι σύνηθες για χτυπήματα στο κεφάλι.

«Ποίος είσαι, θυμάσαι;», με ρώτησε με έναν τόνο που ταίριαζε στην φωνή του παραλογισμού μου.

«Αυτό που μπορώ να σου πω με σιγουριά είναι ποιός ήμουν και τί είμαι.  Ήμουν ένας μέθυσος και είμαι άνθρωπος» του είπα σαν να έκανα μάθημα σε κάποιο μαθητούδι.

«Το συκώτι σου , αν συνεχίσεις έτσι θα σαπίσει. Παρόλα αυτά θα ζήσεις και θα πας στην δουλειά σου.Και μπορείς να ζήσεις ό,τι και όπως  θέλεις…», μου είπε χαμογελώντας μου φιλικά και κλείνοντάς μου το μάτι.

Τότε αναρωτήθηκα που είχα βάλει την γραβάτα για την ημέρα που θα επέστρεφα στην δουλειά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s