«Η γη των λουλουδιών» (διήγημα)

“… Πάω να τρελαθώ!”

Σουρούπωνε και ο ήλιος είχε αρχίσει ήδη τα άδολα παιχνίδια των χρωμάτων με τα σύνεφα πριν χαθεί πίσω από τις ξερές πλαγιές του βουνού.Στον αέρα αιωρούνταν μια σκόνη από χώμα ανακατεμένη με στάχτη και μερικά μικρά κομμάτια ξερών φύλλων. Ότι είχε απομείνει από το καλοκαίρι που μόλις είχε περάσει. Καλοκαίρι…Τί λέξη και αυτή…. Άλλη μία που έχασε το νόημά της μαζί με χιλιάδες άλλες. Το καλοκαίρι θύμιζε τον “καλό καιρό” με τον ήλιο, χωρίς κρύο, τότε που οι παραλίες γέμιζαν με παιδικά χαμόγελα και μπάλες στις αμουδιές όταν η θάλασσα ήταν βαθυγάλανη, τότε που ο κόσμος πήγαινε εκδρομές σε  προσφιλή θέρετρα για να ξεκουραστεί. Τώρα όμως η λέξη “καλοκαίρι”  είναι για την εθιμοτυπία της συννενόησης, καθώς η αφόρητη ζέστη , ο ατελείωτος καύσωνας και το ξερό τοπίο έχει δόσει την θέση του στα γκρίζα δάση, την στάχτη, τον βήχα και το ξερό χώμα. Μόνο το χρώμα του ήλιου παλεύει να μείνει αναλλοίωτο στην όμορφη θύμιση των τοπίων του παρελθόντος και αυτό χωρίς να τα καταφέρνει πάντα.

Το σπίτι ήταν χτισμένο έναν αιώνα πριν από τον παππού της την εποχή που γέννησε την μητέρα της. Χτισμένο με δυο συστατικά που χτίζουν πολιτισμούς και κόσμους: αγάπη και αφοσίωση. Στο μουντό και μισοκατεστραμένο τοπίο των πόλεων ήταν ένα από αυτά που άντεξε στην δοκιμασία του πολέμου και πλέον κανείς δεν το χαρακτηρίζει ερείπιο. Μερικά χαλάσματα στα δυτικά δεν το αποκλείουν από τα ακόμη κατοικήσιμα. Ευτυχώς είναι χτισμένο ανάμεσα σε δύο λόφους και αποκλεισμένο από κάθε περίεργο , επιθετικό, αδηφάγο βλέμμα ενός πειρατή των πόλεων που πολιορκεί , λεηλατεί και φεύγει ένα κατοικίσιμο σπίτι. Και αν αυτό φαίνεται παράξενο δεν είναι τίποτε άλλο παρά καθημερινότητα μιας πραγματικότητας που εκτυλίσσεται στην μεγαλύτερη πόλη αυτού εδώ του κόσμου μετά από τον μεγάλο πόλεμο. Τα υδραυλικά ακόμη δουλεύουν ενώ το νερό είναι ακόμη κρύο με το κόκκινο χρώμα του υπεδάφους. Κάποια σημεία των σωληνώσεων θα έχουν χαλάσει και αυτό θα αναμειγνύεται με το χώμα όσο αυτό τρέχει ακόμη απροβλημάτιστο. Θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένη που έχει νερό ακόμη στο σπίτι της και δεν πάει στις πηγές χιλιόμετρα μακρυα να κουβαλήσει λίγο.

Το παράθυρο στα δυτικά, μισοχαλασμένο, αφήνει τον  αέρα να διαβαίνει το σαλόνι και να σκονίζει επίμονα τα παλαιά έπιπλα ενώ το τζάκι έχει δώσει την θέση του σε μια αυτοσχέδια κουζίνα καθώς ξερά ξύλα – άφθονα πια- μαγειρεύουν οποιοδήποτε έδεσμα είναι διαθέσιμο όταν είναι αυτό δυνατόν. Και όταν κάτι τέτοιο αποτελεί φαντασία, το τζάκι ανάβει από το φώς κάποιων κεριών για φωτισμό το βράδυ όταν μελετάει στην τεράστια βιβλιοθήκη που κοσμεί την βόρεια πλευρά του σαλονιού. Εκεί σε ένα μικρό σκαμπώ , κάθεται και διαβάζει κάθε είδους βιβλίο που είχε συλλέξει ο παππούς της, ο πατέρας της και αυτή , ακόμη και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Η δίψα της να ξεκλειδώσει τα μυστικά των πιο παράξενων ερωτήσεων που έχει απασχολήσει το μυαλό του ανθρώπου. Πολλές φορές βγάζει λάθος συμπεράσματα τα οποία άλλα τα διορθώνει με επερχόμενες σκέψεις και άλλα τα αφήνει στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του μυαλού της να μεγαλώνουν. Και τί να κάνει άλλο μόνη της εκεί στο σπίτι, παρά μόνο να σκέφτεται χωρίς να ελπίζει.

Αυτό το απόγευμα ήταν διαφορετικό όμως. Αυτός ο άγνωστος που είχε γνωρίσει μερικά απογεύματα πριν ορκιζόταν ότι θα πάει στην γη των λουλουδιών σαν αυτά που εικονίζοντα τώρα σε μερικά απο τα βιβλία της, εκεί που η ομορφιά είναι ακόμη υπαρκτή και μπορείς να την αγγίξεις. Της ορκιζόταν αγάπη και έρωτα και σαν απόδειξη αυτού, μόλις την βρεί την γη αυτή, θα την πάρει μαζί της να την λυτρώσει από αυτόν τον γκρίζο και αφιλόξενο κόσμο. Στην αρχή τον είχε περάσει για πειρατή, για κλέφτη και ληστή ενώ φοβόταν μήπως ήταν δολοφόνος ή βιαστής. Όμως εκείνος είχε κοντοσταθεί έξω από την πόρτα της και δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη όταν την πρωτοείδε. Και εκείνη αμέσως μετά είχε τρέξει στον καθρέφτη που έχει στο μπάνιο και κοίταζε το όμορφο πρόσωπό της , προσπαθώντας να κατανοήσει τί ήταν αυτό που ανάγκασε τον ξένο να ξεχάσει για λίγα λεπτά της ώρας σε ποιον κόσμο βρίσκεται. Αλλά πάλι δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί επέτρεψε στον εαυτό της να εμπιστευτεί την παρέα αυτού του άγνωστου άνδρα και εκεί στο κατώφλι της εξώπορτας να ανοίξει την ατελείωτη συζήτηση επί παντός επιστητού για όλο το βράδυ που συνοδευόταν από ανέμελα χαμόγελα λες και όλα αυτά που είχαν συμβεί και συνέβαιναν γύρω τους ήταν μια οφθαλμαπάτη.

“Δεν μπορώ να βρώ την λέξη” συχνά μονολογούσε όταν προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει κάθε κομμάτι του εαυτού της. Και συνέχιζε να ψάχνει σε βιβλία.

Εκείνο το απόγευμα δώσανε ραντεβού για το επόμενο σούρουπο και εκείνος ήταν συνεπής με λίγο νερό και λίγο κρασί. Και το επόμενο πρωί τους βρήκε να γελάνε στην ανατολή σαν να κοροϊδεύουν την ματαιότητα ενός κόσμου που ξεχνάει μέρα με την ημέρα το γαλανό του ουρανού και το γαλάζιο της θάλασσας. Και δώσανε ξανά ραντεβού για το επόμενο απόγευμα και αυτό συνεχίστηκε για μερικά βράδυα ακόμη. Και εξιστορούσαν κάθε στιγμή της  ζωής τους μέχρι τότε, πως γλιτώσαν από τον πόλεμο, πως ήταν τα παιδικά τους χρόνια πριν τον πόλεμο και πόσο ο καθένας θυμόταν τις ομορφιές της ζωής όταν αυτές ήταν σε αφθονία γύρω τους.

Ώσπου ένα βράδυ εκείνος της είπε κάτι που δεν το κατάλαβε. Δεν υπήρχε αντίστοιχη έννοια στα δώματα του νου της, άλλωστε κανείς μέχρι τότε δεν της είχε εξομολογηθεί με περίσσιο θάρρος κάτι αντίστοιχο. Και εκείνη άφησε το ποτήρι να πέσει κάτω αφήνοντας το κρασί να χυθεί στο πεζούλι της πόρτας ανάκατα με γυαλιά. Σηκώθηκε και έτρεξε προς τα μέσα κλείνοντας με γδούπο την πόρτα αφήνοντάς τον μόνο στα μεσάνυχτα εκείνης της ζεστής νύχτας να αναρωτιέται πως δυο λέξεις, η μία μισή, να τρομάζει ένα κορίτσι. Της ορκιζόταν τον έρωτά του πίσω από την πόρτα αλλα δεν έπαιρνε καμία απάντηση.

Από εκείνο το βράδυ και κάθε βράδυ, για αρκετά βράδια ακόμη ,βρισκόταν εξω από την πόρτα της φέρνοντάς της νερό,τροφή, κρασί αλλά εκείνη ήταν κρυμμένη στα δωμάτια του σπιτιού της με τα κεριά για συντροφιά. Και όταν εκείνος έφευγε , δειλά άνοιγε την πόρτα και έπαιρνε τα δώρα του χαμογελώντας σε ένα μυστικό που το ήξερε μόνο ησελήνη και το σκοτάδι.

“Θα πάω να βρώ την γη των λουλουδιών και θα σε πάρω μαζί μου” φώναξε αυτός ένα βράδυ με όλη την δύναμη της ψυχής του πριν εξαφανιστεί στο σεληνόφως πίσω από τους λόφους.

“…πάω να τρελαθώ” μονολόγησε ενώ ακόμη δεν μπορούσε να βρει την λέξη που την απασχολούσε ακόμη από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε. Η απουσία του στα επόμενα βράδια την φόβισε. Ήταν ανάμεικτο το συναίσθημα του φόβου της για εκείνον, για εκείνη , για κάθε πονηρό κίνδυνο που είχε θέσει τον εαυτό της από τον πρώτο απόγευμα της γνωριμίας τους. Τα πρώτα βράδυα δεν κοιμόταν καθόλου και έψαχνε τα βιβλία της για την “γη των λουλουδιών” χωρίς να βρει κάτι. Τα επόμενα έψαχνε να βρει την λέξη που την απασχολούσε προσπαθώντας να ορίσει τον εαυτό της. Μερικά από αυτα κρατούσε παρέα στον εαυτό της με το είδωλό της στον καθρέφτη του μπάνιου αναπολώντας τις συζητήσεις τους λίγα βράδυα πριν. Κάποια από αυτά δάκρυσε. Ένα βράδυ από αυτά άδειασε το μπουκάλι με το κρασί μονομιάς και το πέταξε στο καθρέυτη σπάζοντάς τον. Το επόμενο όμως πρωί την βρήκε να μαζέυει κάθε κομμάτι του εαυτού της και να σκέφτεται πως θα επιβιώσει μετά από αυτήν την εύηχη νότα που είχε ακούσει από την γνωριμία τους.

………

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, όπως λέει και ο σοφός , και η ζωή την βρήκε στην αυγή μιας νέας μέρας για την πόλη καθώς ο άνθρωπος είχε βρει το κουράγιο και τον τρόπο να επιβιώσει και να χτίσει πάνω από τα χαλάσματα ,ως είθισται. Το μισοχαλασμένο σπίτι της άντεξε στις κακουχίες και καμουφλαρισμένο ανάμεσα στους λόφους την γλίτωσε από τα χειρότερα. Στους λόφους άρχισαν να φυτρώνουν τα πρώτα λουλούδια ενώ το νερό είχε αρχίσει να καθαρίζει. Η τροφή βρίσκονταν πιο εύκολα πλέον ενώ οι σχέσεις των γειτόνων είχαν αρχίσει να είναι πιο ανθρώπινες καθώς η πειρατεία είχε σταματήσει.

Όσο για κείνη… Στα χέρια της είχαν αρχίσει να σχηματίζονται κηλίδες και το ρητιδιασμένο πρόσωπό της καλυπτόταν από το γκρίζο των μαλιών της. Παρέμενε όμορφη όπως όταν ήταν νέα ενώ είχε διαβάσει τα περισσότερα βιβλία της τεράστιας οικογενειακής βιβλιοθήκης. Ακόμη δεν είχε βρει την λέξη, ακόμη την βασάνιζε αυτή η απορία που όριζε τις πράξεις της εκείνες τις νύχτες αρκετά χρόνια πριν.

Εκείνο το βράδυ , μετά το γεύμα της, η ετοιμόρροπη πόρτα χτύπησε  όταν εκείνη ανοίγοντάς την αντίκρισε ένα παλιό κρασί, δυο ποτήρια και χειρόγραφες σημειώσεις βιβλιοδετημένες σαν ένα βιβλίο με τίτλο “Η γη των λουλουδιών”.

Εκείνο το βράδυ το διάβασε μονομιάς όταν διαπίστωσε ότι η “γη των λουλουδιών” δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το ημερολόγιο κάποιου άγνωστου. Οι σελίδες ήταν ανακατεμένες με τις περιπέτειες ενός νέου πριν φτάσει στην γη αυτή που ήταν γεμάτη λουλούδια.Σε κάποιες από αυτές υπήρχε και αυτή. Στο τέλος αυτού του βιβλίου ήταν ένα λουλούδι κολλημένο μαζί με την υπόσχεση ότι θα ξαναέλθει αν εκείνη το θελήσει.

Τότε εκείνη βρήκε την λέξη που την βασάνιζε τόσα χρόνια: “Έρωτας”.

***

Άδεια Creative Commons
Το έργο με τίτλο Η γη των λουλουδιών από τον δημιουργό Νίκο Φάκο διατίθεται με την άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα .

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s